Το σκάκι είναι ένα παιχνίδι που έχει τις ρίζες του στους αρχαίους χρόνους και περιέχει στοιχεία λογικής, Γεωμετρίας, μοτίβων, στρατηγικής, μνήμης κ.ά. Απαιτεί δύο παίκτες, οι οποίοι παίρνουν καθένας μία πλευρά της σκακιέρας που αντιστοιχεί στα λευκά ή τα μαύρα κομμάτια. Ο καθένας έχει στη διάθεσή του 16 πεσσούς που διαφέρουν ως προς το ποιόν των δυνατοτήτων τους. Ο λευκός ξεκινά πάντα πρώτος και κάθε παίκτης κάνει μία κίνηση τη φορά. Στόχος του παιχνιδιού είναι να κάνει κάποιος από τους δύο ρουά ματ, δηλαδή να περικυκλώσει τον αντίπαλο βασιλιά, χρησιμοποιώντας αρμονικά και επιδέξια τα κομμάτια του. Για να φτάσουμε σε αυτό το αποτέλεσμα, μπορούμε να περάσουμε από τρία βασικά μορφολογικά στάδια: το άνοιγμα, δηλαδή την αρχή της παρτίδας, το μέσον, δηλαδή τη φάση κατά την οποία βρίσκονται πολλά κομμάτια ακόμα στη σκακιέρα, και το φινάλε, όταν ύστερα από έναν αριθμό κινήσεων έχουν απομείνει λίγοι πεσσοί. Προφανώς δεν είναι απαραίτητο ένας αγώνας να περάσει και από τα τρία αυτά στάδια.
Το παιχνίδι έχει αλλάξει πολύ από τότε που δημιουργήθηκε, όχι μόνο επειδή έχουν προστεθεί κάποιοι σχετικά καινούργιοι κανόνες, για να προσαρμοστεί στην εξέλιξη της σκακιστικής σκέψης, αλλά βασικά λόγω της συσσωρευμένης γνώσης και -τα τελευταία χρόνια- λόγω της εισόδου του απόλυτου σκακιστή, του υπολογιστή. Αρχίζοντας από σήμερα, και για ακόμα τρία φύλλα, θα προσπαθήσουμε να καλύψουμε τις βασικές περιόδους της ιστορίας του σκακιού όσο το δυνατόν πιο εμπεριστατωμένα και απλουστευμένα.
Δεν είναι ξεκάθαρο ποιος είναι ο άμεσος πρόγονος του σκακιού. Παιχνίδια σχετιζόμενα με το σκάκι παίζονταν ήδη από τους αρχαίους χρόνους, στην περιοχή από την Ελλάδα και την Αίγυπτο μέχρι και την Κίνα. Παρά ταύτα, δεν έχει μέχρι σήμερα προσδιοριστεί ούτε ο εφευρέτης του, ούτε ο χρόνος της εμφάνισής του. Πολλές ανεπιβεβαίωτες θεωρίες έχουν αναπτυχθεί ως προς τη αρχική μορφή του που παιζόταν στις Ινδίες πριν περίπου 15-20 αιώνες, δηλαδή γύρω στην ελληνιστική περίοδο. Είχε διαφορετικούς πεσσούς από το σκάκι (τους ελέφαντες, το ιππικό, τα άρματα και το πεζικό) και παίζονταν από τέσσερα άτομα που το καθένα κατείχε μια γωνία της σκακιέρας. Από όλες αυτές τις θεωρίες, επικρατέστερη εκδοχή είναι ότι το σκάκι τελικά προήλθε από την Ινδία και εφευρέτης του ήταν ο βραχμάνος Σίσσα, σε εποχή όμως απροσδιόριστη. Σύμφωνα με τον μύθο, στον Σίσσα είχε ανατεθεί το έργο να δημιουργήσει ένα παιχνίδι για την ικανοποίηση του ηγεμόνα της περιοχής του. Όταν του το παρουσίασε, ο δεύτερος εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ, που ήταν πρόθυμος να προσφέρει στον δημιουργό όποια ανταμοιβή ήθελε. Εκείνος ζήτησε τόσους κόκκους σιτάρι όσοι θα μαζεύονταν αν έβαζαν στο πρώτο τετράγωνο της σκακιέρας έναν κόκκο, στο δεύτερο δύο, στο τρίτο τέσσερις, στο τέταρτο οκτώ κ.ο.κ., διπλασιάζοντας κάθε φορά στο επόμενο τετράγωνο. Ο ηγεμόνας διέταξε την προσφορά του σιταριού, θεωρώντας το αίτημα ταπεινό. Όμως, στην πραγματικότητα ο Σίσσα είχε ζητήσει παραπάνω από 900.000.000.000 τόνους!
Απαρχές
Το σκάκι, στη μορφή που το γνωρίζουμε σήμερα διαμορφώθηκε γύρω στο 1500, καθώς οι τελευταίες αλλαγές στις φιγούρες, τις κινήσεις και στους κανονισμούς γίνονται το 1475 και το 1496 εκδίδεται το πρώτο βιβλίο με θέμα το σκάκι (από αυτά που έχουν σωθεί) από τον Ισπανό Λουίς Λουτσένα, παίκτη που πρόσφερε πάρα πολλά στο σκάκι, τόσο στο άνοιγμα όσο και σε τακτικούς υπολογισμούς. Έχει ενδιαφέρον, μάλιστα, ότι ήδη από εκείνη την εποχή οι παίκτες συνειδητοποιούν πόσο σημαντικές είναι οι πρώτες κινήσεις και πώς αυτές πρέπει να διέπονται από κάποιο γενικό πλάνο. Ένας από τους πρώτους πολύ σημαντικούς παίκτες ήταν ο Ισπανός μοναχός Ροδρίγο (Ρούι) Λόπεζ Ντε Σεγούρα, ο οποίος κατά την περίοδο 1559-1575 πρόσφερε από τα πρώτα και σίγουρα από τα σημαντικότερα κομμάτια θεωρίας του ανοίγματος στην Ιστορία. Μάλιστα, πρόσφερε στη θεωρία, δηλαδή στις γνωστές και αναλυμένες κινήσεις ανοίγματος, την Ισπανική Παρτίδα (ή αλλιώς Παρτίδα Ρουί Λόπεζ), η οποία θεωρείται μέχρι σήμερα ότι εξασφαλίζει στον λευκό τις περισσότερες ελπίδες να αποκτήσει πλεονέκτημα. Έχει ενδιαφέρον ότι στους 8 από τους 12 αγώνες μεταξύ του σημερινού παγκόσμιου πρωταθλητή Μάγκνους Κάρλσεν (Νορβηγία) και του ταλαντούχου Ρώσου Σεργκέι Καριάκιν επιλέχτηκε από τα λευκά αυτή η «βαριάντα», που δείχνει πόσο δυνατό θεωρείται αυτό το άνοιγμα ύστερα από σχεδόν πέντε αιώνες! Πολύ γνωστή επίσης είναι και η βαριάντα Λόπεζ της ρωσικής άμυνας. Εν ολίγοις, ο Λόπεζ ήταν ο πρώτος που μελέτησε συστηματικά το σκάκι τον 16ο αιώνα και έθεσε τα θεμέλια για τη μοντέρνα θεωρία του σκακιού.
Ακόμα ένας αξιοσημείωτος παίκτης ήταν ο Ιταλός Τζοακίνο Γκρέκο. Έζησε μεταξύ 1590 και 1630. Υπήρξε ίσως ο σημαντικότερος γκραν μετρ του 17ου αιώνα και ένας από τους σπουδαιότερους παίκτες στην Ιστορία του παιχνιδιού. Πουλούσε αντίγραφα από παρτίδες αλλά και τακτικές σε πολλούς διάσημους της εποχής και εξασφάλιζε αδρή αμοιβή από την ενασχόλησή του με το σκάκι. Η κλασική θυσία αξιωματικού (greek gift) παίχτηκε για πρώτη φορά από αυτό τον παίκτη, τακτική σύμφωνη με το πνεύμα της εποχής του.
Ξεχωριστός όμως και ο Φρανσουά-Αντρέ Ντανικάν Φιλιντόρ (1726-1795). Γνωστός μουσικοσυνθέτης, ήταν και σκακιστής από χόμπι, κύριος εκπρόσωπος της γαλλικής σχολής. Οι θεωρίες του για το παιχνίδι, και ειδικότερα για το πόσο σημαντικά είναι τα πιόνια για την έκβαση της παρτίδας, ξαναήρθαν στο προσκήνιο περίπου έναν αιώνα μετά από αυτόν και έφεραν επανάσταση στον τρόπο με τον οποίο προσεγγιζόταν η παρτίδα. Εκτός, όμως, από τη θεωρία του, ο Φιλιντόρ ήταν και ο πιο δυνατός παίκτης της εποχής του. Το βιβλίο του «Analyse du jeu des Echecs» θεωρήθηκε πρότυπο σκακιστικού εγχειριδίου για τουλάχιστον έναν αιώνα και ένα πολύ γνωστό σκακιστικό άνοιγμα καθώς και μια μέθοδος για ματ έχουν πάρει το όνομά του.
Καταληκτικά, στους πρώτους αιώνες το σκάκι εξελίχθηκε με αργούς ρυθμούς. Οι αμυντικές τεχνικές ακόμα δεν είχαν αναπτυχθεί και τα περισσότερα παιχνίδια τελείωναν πολύ γρήγορα, πιθανότατα με κάποια θυσία ή με μια θεαματική ακολουθία. Εξάλλου, πιο σημαντικό από το να κερδίσεις ήταν το να κερδίσεις με τρόπο εντυπωσιακό, προφανής επιρροή από το πνεύμα του Διαφωτισμού. Η μελέτη των παιχνιδιών που παίζονταν τότε έχει καθαρά εγκυκλοπαιδικό χαρακτήρα, μια και οι αμυντικές τεχνικές που αναπτύχθηκαν κυρίως στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα και βελτιώθηκαν έως και σήμερα επιτρέπουν την απόκρουση θεαματικών κινήσεων αν αυτές δεν είναι πραγματικά δυνατές. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ακόμα ότι οι περισσότεροι που ασχολήθηκαν συστηματικά με το σκάκι ήταν εύποροι, μια και αυτό απαιτούσε χρόνο και διαύγεια, πολυτέλειες που διέθεταν μόνο οι ανώτερες κοινωνικές τάξεις.
Τον 19ο αιώνα σημειώνονται σημαντικές εξελίξεις στον σκακιστικό χώρο, με αποκορύφωμα την έναρξη του παγκόσμιου πρωταθλήματος από το οποίο αναδεικνύεται επισήμως ο παγκόσμιος πρωταθλητής. Επίσης, έχουμε σημαντική πρόοδο σε όλα τα στάδια του παιχνιδιού. Τέλος, κατά τον 19ο αιώνα έζησε ο Paul Morphy, ο οποίος, σύμφωνα με πολλούς, ήταν ο πιο δυνατός παίκτης της εποχής του που δεν έγινε παγκόσμιος πρωταθλητής.
Πριν ξεκινήσω με το ιστορικό κομμάτι, πρέπει να ξεκαθαρίσω ότι δεν υπήρχε ακόμα μονάδα μέτρησης της επίδοσης των παικτών, όπως έχουμε σήμερα το Εlo. Όμως, έχει εφευρεθεί το EDO Historical Chess Rating, το οποίο, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τους αγώνες της εποχής, μας δίνει μια ιδέα για τη δυναμικότητα των παικτών, καθώς και για το ποιος ήταν ο καλύτερος στην εποχή του.
Στις αρχές του 19ου αιώνα, δύο Γάλλοι ξεχωρίζουν από τον υπόλοιπο κόσμο. Οι Louis de la Bourdonnais και Alexandre Deschapelles. Ο δεύτερος ήταν δάσκαλος του πρώτου, με τον De la Bourdonnais να θεωρείται παγκόσμιος πρωταθλητής από το 1821 (όταν κατάφερε να κερδίσει τον δάσκαλό του) μέχρι το 1840. Πέθανε το 1840 πάμφτωχος, έχοντας πουλήσει μέχρι και τα ρούχα του για να εξοφλήσει τους οφειλέτες του. Από τις πιο όμορφες θέσεις που έχουν βγει σε κορυφαίο επίπεδο (ιδίως για εκείνη την εποχή) είναι η τελική θέση της παρτίδας αρ. 16 μεταξύ των Alexander McDonell και Louis de la Bourdonnais (Λονδίνο 1836), στην οποία, παρ’ ότι ο μαύρος δεν έχει βασίλισσα, έχει τρία πιόνια στη 2η γραμμή και με αυτά εξασφαλίζει τη νίκη. Κλασικό παράδειγμα, που δείχνει τη σημασία που είχαν αρχίσει να αποκτούν σιγά-σιγά τα πιόνια.
Από το 1843 έως το 1851 παρατηρείται κάτι ασυνήθιστο: ένας Άγγλος γίνεται έστω και ανεπίσημα πρωταθλητής κόσμου! Ο Howard Staunton γεννήθηκε το 1810 και μετά τη νίκη του επί του Saint-Amand, το 1843, θεωρούταν ο καλύτερος σκακιστής του κόσμου. Το 1847 άρχισε παράλληλη καριέρα ως σεξπιρικός μελετητής. Κυρίως λόγω της κακής υγείας του, εγκατέλειψε το σκάκι το 1851. Εκείνη τη χρονιά διοργάνωσε το πρώτο διεθνές τουρνουά στο Λονδίνο και προκάλεσε τον Adolf Andersen να αγωνιστεί σ’ αυτό για να αναγνωριστεί ως ο καλύτερος του κόσμου. Χάρη σε αυτό το τουρνουά, η Αγγλία μετατράπηκε σε σημείο αναφοράς του σκακιστικού κόσμου. Μια βαριάντα στο αγγλικό άνοιγμα πήρε το όνομά του (Γκαμπί του Staunton) επειδή ήταν υπερασπιστής της. Επίσης, ο Staunton παρήγαγε τα περίφημα ομώνυμα κομμάτια που μέχρι σήμερα θεωρούνται από τα καλύτερα στον κόσμο λόγω της απλότητας και της κομψότητας τους και χρησιμοποιούνται σε αγώνες πολύ υψηλού επιπέδου.
Κάπου εδώ συναντάμε έναν από του πιο δυνατούς παίκτες όλων των εποχών που μόλις στα 13 του χρόνια ήταν στην κορυφή της παγκόσμιας κατάταξης. Ο Paul Morphy γεννήθηκε το 1837 στη Νέα Ορλεάνη των ΗΠΑ και ήταν παιδί μιας εύπορης οικογένεια. Έμαθε σκάκι βλέποντας τον πατέρα του να παίζει και ήδη από τα 9 του χρόνια θεωρούνταν από τους καλύτερους της πόλης. Στα 12 του, όταν τον επισκέφτηκε ο Ούγγρος πλοίαρχος και γκραν μετρ Johann Lovendal, κέρδισε τρεις φορές, όσες δηλαδή ήταν και οι αναμετρήσεις τους! Το 1850 εισήχθη στο Spring Hill College στο Mobile της Alabama, το οποίο τελείωσε σε τέσσερα χρόνια λαμβάνοντας το πτυχίο του με τις υψηλότερες διακρίσεις. Όμως δεν ήταν ακόμα σε θέση να γίνει δικηγόρος λόγω της ηλικίας του. Όταν προσκλήθηκε από το Αμερικάνικο Σκακιστικό Kογκρέσο, το 1857, στη Νέα Υόρκη, αρχικά αρνήθηκε, αλλά τελικά παραβρέθηκε. Εκεί έγινε πρωταθλητής των ΗΠΑ. Σύμφωνα με το αμερικανικό περιοδικό “Chess Monthly”, τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, «η προσηνής ιδιοσυγκρασία του, η πηγαία συστολή, η ευπρέπεια και η αβρότητά του τον κατέστησαν αγαπητό σε όλους». Παραμένοντας στη Νέα Υόρκη, έπαιξε 100 επίσημους αγώνες (επί συνόλου 261), στους οποίους είχε 87 νίκες, 8 ισοπαλίες και 5 ήττες. Τον παγκόσμιο πρωταθλητή της εποχής (Adolf Andersen) τον εκθρόνισε το 1858 με σκορ 8 νίκες, 3 ήττες και 2 ισοπαλίες. Σύμφωνα με το σύστημα βαθμολόγησης EDO, έμεινε ο πιο δυνατός παίκτης στον κόσμο για 18 (!) χρόνια και σύμφωνα με τον Bobby Fisher «ίσως είναι ο πιο ακριβής παίκτης όλων των εποχών». Εγκατέλειψε το σκάκι σχετικά νέος για να ακολουθήσει σταδιοδρομία δικηγόρου, γι’ αυτό χαρακτηρίστηκε «η υπερηφάνεια και η θλίψη του σκακιού», καθώς είχε σπουδαία, αλλά σύντομη σκακιστική σταδιοδρομία. Ο Morphy πέθανε από καρδιακό επεισόδιο το καλοκαίρι του 1884, η κληρονομιά όμως που άφησε πίσω του είναι ανεκτίμητης αξίας.
Στα τέλη του 19ου αιώνα ένας πολύ δυνατός παίκτης για την εποχή του, ο Wilhelm Steinitz, κατέκτησε τόσο τη θέση του καλύτερου παίκτη της εποχής του όσο και τον πρώτο επίσημο τίτλο του παγκόσμιου πρωταθλητή. Γεννήθηκε το 1836 στην Αυστρία και ήταν παιδί μιας φτωχής και πολυμελούς οικογένειας. Έμαθε σκάκι στα 12 του, αλλά ασχολήθηκε σοβαρά όταν πήγε στη Βιέννη να σπουδάσει Μαθηματικά. Παρ’ ότι ο Steinitz ξεκίνησε με το επιθετικό στιλ που ήταν της μόδας τότε, από τη δεκαετία του 1870 άλλαξε τον τρόπο παιχνιδιού του, περνώντας σταδιακά στο “ποζισιονέλ στιλ” (με έμφαση στα στρατηγικά στοιχεία της θέσης, π.χ. κατοχή ανοιχτής στήλης, ισχυρά τετράγωνα, “μανούβρες” των κομματιών προκειμένου να βελτιώσουν τις θέσεις τους). Παράλληλα, διακρίθηκε και ως θεωρητικός του σκακιού,αναπτύσσοντας ορισμένες βασικές αρχές που βοήθησαν τους σκακιστές της εποχής (και μεταγενέστερους) να αντιληφθούν τα ουσιώδη και να συστηματοποιήσουν τις γνώσεις τους. Είχε μεγάλη συνεισφορά στη διάδοση του σκακιού, καθώς ίδρυσε το “International Chess Magazine”, το οποίο έγραφε, επιμελείτο και διηύθυνε επί 10 χρόνια, από το 1885 έως το 1895. Το 1886 νίκησε τον Johannes Zukertort σε ματς που έγινε τμηματικά στη Νέα Υόρκη, στο Σεντ Λούις και στη Νέα Ορλεάνη και το οποίο θεωρήθηκε ως το πρώτο επίσημο ματς για το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Σκακιού. Η νίκη του υπήρξε πειστική και έτσι ανακηρύχθηκε ο πρώτος παγκόσμιος πρωταθλητής στο σκάκι. Κέρδισε πολλούς αγώνες εναντίον σύγχρονών του, π.χ. εναντίον των ισχυρών Anderssen και Chigorin, του Winawer και του μεγάλου του αντιπάλου Zukertort. Έχασε τον παγκόσμιο τίτλο του από τον Emanuel Lasker, τον οποίο θα μελετήσουμε στο επόμενο φύλλο, το 1894, και δεν κατάφερε ποτέ να τον ανακτήσει. Πέθανε στο νοσοκομείο του Μανχάταν, το 1900, από ανακοπή καρδιάς. Σε όλη του τη ζωή παρέμεινε φτωχός μια και το σκάκι δεν επαρκούσε ακόμη για την εξασφάλιση οικονομικής άνεσης, αλλά και λόγω των ατυχών οικονομικών επιλογών του.
Καταληκτικά, ο 19ος αιώνας χαρακτηρίζεται από την οργάνωση του σκακιστικού κόσμου τόσο λόγω της αύξησης του αριθμού των παικτών όσο και λόγω της ανάπτυξης μέσων που επέτρεπαν την επικοινωνία παικτών από διαφορετικές ηπείρους. Όσον αφορά το άθλημα σε τεχνικό επίπεδο, έγινε λίγο πιο στρατηγικό και ποζισιονέλ. Άρχισε να δίνεται περισσότερη έμφαση στη λεπτομέρεια και την τακτική ανάπτυξη κατά τη διάρκεια της παρτίδας, ενώ οι θεαματικές θυσίες άρχισαν σιγά-σιγά να σπανίζουν.
Μέχρι τώρα, είδαμε πώς το σκάκι μετατρέπεται από παιχνίδι σε άθλημα χάρη στη συμβολή σημαντικών παικτών. Ήδη από τον Wilhelm Steinitz, αλλά και πριν από αυτόν, έχουμε άτομα τα οποία ασχολούνται σε όλη τους τη ζωή με το σκάκι. Επίσης είδαμε πώς, στα τέλη του 19ου αιώνα, εδραιώνεται επίσημα το παγκόσμιο πρωτάθλημα, από το οποίο ανακηρύσσεται ο παγκόσμιος πρωταθλητής. Σε αυτό το φύλλο θα καλύψουμε την ιστορική περίοδο 1894-1972, από την κατάκτηση, δηλαδή, του τίτλου από τον Lasker μέχρι και τον Bobby Fischer. Αυτή η περίοδος περιλαμβάνει τους δύο παγκόσμιους πολέμους, αλλά και μεγάλη πρόοδο στο σκάκι, η οποία δημιούργησε τέτοια συσσωρευμένη γνώση, που επέτρεψε σε ένα ιδιοφυές μυαλό, τον Garry Kasparov, να κερδίσει τη μηχανή! Για την κατάταξη των παικτών αυτής της περιόδου χρησιμοποιείται κυρίως το chessmetrics, που είναι παρόμοιο με το EDO.
Ξεκινώντας, λοιπόν, από το 1894, ο τίτλος του παγκόσμιου πρωταθλητή δόθηκε στον Emanuel Lasker (φωτό). Γεννημένος στη Γερμανία το 1868, ο Lasker έμαθε να παίζει σκάκι από τον αδελφό του, που ήταν οκτώ χρόνια μεγαλύτερός του και ο οποίος, σύμφωνα με το chessmetrics, ήταν στους δέκα καλύτερους παίκτες παγκοσμίως τη δεκαετία του 1890. Το 1889, ο Lasker κέρδισε το πολύ σημαντικό τουρνουά στο Café Kaiserhof και παρέμεινε αήττητος μέχρι το 1893. Ήδη από τα μέσα του 1890 ήταν ο πιο δυνατός παίκτης σύμφωνα με το chessmetrics. Εκτός όμως από το σκάκι, ο Lasker κατείχε σε υψηλότατο βαθμό και τα Μαθηματικά. Σπούδασε Μαθηματικά και Φιλοσοφία στο Βερολίνο και πήρε διδακτορικό υπό την επίβλεψη του David Hilbert.
Ιδιαίτερα έντονη ήταν η αντιπαλότητά του με τον Tarrasch, τον οποίο αντιμετώπισε το 1909 στον τελικό του παγκοσμίου πρωταθλήματος. Ο Tarrasch ήταν πεισμένος ότι το σκάκι διέπεται από κάποιους πολύ αυστηρούς κανόνες. Θεωρούσε τον Lasker έναν τυχερό παίκτη μέτριου επιπέδου. Στην εναρκτήρια εκδήλωση, ο Tarrasch αρνήθηκε να μιλήσει στον αντίπαλό του, λέγοντας ότι έχει μόνο να του πει «σαχ και ματ». Απαντώντας στη σκακιέρα, ο Lasker κέρδισε τέσσερα από τα πρώτα πέντε παιχνίδια τους, με τρόπο πειστικό, και τελικά κατέκτησε τον τίτλο. Έχασε τον τίτλο του παγκόσμιου πρωταθλητή το 1921 και ο διάδοχός του ήταν ο José Raúl Capablanca από την Κούβα. Πέθανε στη Νέα Υόρκη το 1941, αφήνοντας πίσω ανεκτίμητη κληρονομιά για τον σκακιστικό κόσμο.
Παρατηρούμε έτσι μια μεγάλη αλλαγή που αρχίζει να συμβαίνει στο σκάκι. Ο Lasker θεωρείται από πολλούς ένας σκακιστής μοντέρνου στιλ, πολύ μπροστά για την εποχή του. Εκείνη την περίοδο, από τον Steinitz και μετά, υπήρχε η αίσθηση ότι το σκάκι διέπεται από κάποια σταθερά και καθολικά στοιχεία που καθορίζουν την «ιδανική» παρτίδα. Τόσο ο Lasker όμως, όσο και οι μεταγενέστεροί του, όπως ο Capablanca και ο Alekhine (θα τους δούμε στη συνέχεια), αρχίζουν να δίνουν έμφαση στην τακτική πλευρά του σκακιού, με γρήγορους και αποτελεσματικούς συνδυασμούς που καθορίζουν πιο άμεσα την έκβαση της παρτίδας.
Ο Capablanca ανακηρύσσεται παγκόσμιος πρωταθλητής το 1921, εκθρονίζοντας τον Lasker. Γεννήθηκε στην Αβάνα το 1888 και έμαθε σκάκι όταν ήταν μόλις τεσσάρων ετών. Εγκατέλειψε τις σπουδές του το 1908 για να ακολουθήσει σταδιοδρομία στο σκάκι. Όντας πολύ καλός στο γρήγορο σκάκι (blitz), είναι γνωστός για την άνεση που είχε σε απλές θέσεις και στα φινάλε, καθώς και για την ικανότητά του να παίζει τόσο στρατηγικά όσο και τακτικά. Το 1913 διορίστηκε στο υπουργείο Εξωτερικών της Κούβας, πράγμα που του εξασφάλισε την οικονομική άνεση να συμμετάσχει σε παγκόσμια τουρνουά. Κατάφερε να κρατήσει τον τίτλο του για έξι χρόνια, μέχρι να τον χάσει από τον Alekhine. Σε εκείνη την αναμέτρηση, παρ’ ότι ο Capablanca ήταν το φαβορί, ο Alekhine είχε προετοιμαστεί τόσο σωματικά (καλή φυσική κατάσταση) όσο και τεχνικά, αφού είχε μελετήσει πολύ καλά τον αντίπαλό του και είχε εντοπίσει τις αδυναμίες του. Απεβίωσε το 1942. Γνωστή είναι η φράση του Lasker για αυτόν: «Έχω γνωρίσει πάρα πολλούς σκακιστές, αλλά μόνο μία σκακιστική ιδιοφυΐα: τον Capablanca».
Ο Alexander Alekhine γεννήθηκε το 1892 στη Μόσχα και καταγόταν από πλούσια οικογένεια. Έμαθε σκάκι στα 11 του, και έπειτα από έξι χρόνια κατέκτησε το Πανρωσικό Πρωτάθλημα Ερασιτεχνών στην Αγία Πετρούπολη. Το 1919, μετά τη Ρωσική Επανάσταση, όντας ύποπτος κατασκοπίας, συνελήφθη και φυλακίστηκε στην Οδησσό, αλλά σύντομα αφέθηκε ελεύθερος. Το 1920 κέρδισε το Πρώτο Πρωτάθλημα της Σοβιετικής Ένωσης. Το 1927 κέρδισε τον τίτλο του παγκόσμιου πρωταθλητή, εκπλήσσοντας όλο τον σκακιστικό κόσμο. Αυτό τον τίτλο όμως τον έχασε το 1935 από τον Max Euwe, κυρίως εξαιτίας της εξάρτησής του από το αλκοόλ. Έναν χρόνο μετά, στο Νότιγχαμ, έπαιξε ξανά με τον Capablanca και έχασε. Το 1937, όμως, σταμάτησε το αλκοόλ και ξανακέρδισε τον παγκόσμιο πρωτάθλημα. Μέχρι τον θάνατό του, το 1946, δεν έπαιξε άλλον αγώνα για τον τίτλο και έτσι διατήρησε τον τίτλο. Θεωρείται πως ήταν πολύ διορατικός και εξειδικευόταν σε περίπλοκες θέσεις.
Μετά το 1946, οι παγκόσμιοι πρωταθλητές εναλλάσσονται κάθε δύο-τρία χρόνια περίπου, με εξαίρεση τον Mikhail Botvinnik (1948-1957, 1958-1960, 1961-1963) ο οποίος θεωρείται ο «πατριάρχης» του σοβιετικού σκακιού και ιδρυτής της Σοβιετικής Σκακιστικής Σχολής. Χαρακτηριστική είναι η έμφαση που έδιναν οι Σοβιετικοί παίκτες στο φινάλε αλλά και στη στρατηγική ανάπτυξη των παρτίδων για την επίτευξη σταθερών αποτελεσμάτων. Μέχρι το 1972, η Σοβιετική Ένωση δεν έχασε ούτε μία φορά τον τίτλο.
Παγκόσμιοι Πρωταθλητές από το 1948 έως το 1972

Mikhail Botvinnik

Vasily Smyslov

Mikhail Botvinnik

Mikhail Tal

Mikhail Botvinnik

Tigran Petrosian

Boris Spassky

Χαρακτηριστικό είναι ότι το 1923 υπήρχαν στην ΕΣΣΔ 1.000 σκακιστές εγγεγραμμένοι σε συλλόγους, ενώ στα τέλη της δεκαετίας αυτός ο αριθμός τους έφτασε τα 5.000.000! Το σκάκι στη Σοβιετική Ένωση χρησιμοποιήθηκε για να αποδείξει την πνευματική ανωτερότητα του καθεστώτος, αλλά και για να συμβάλει στη νοητική ανάπτυξη των πολιτών. Είναι δύσκολο να ισχυριστεί κανείς πως αυτό το εγχείρημα απέτυχε. Το κλίμα του Ψυχρού Πολέμου επηρέασε σημαντικά το σκάκι, ενισχύοντας τον ανταγωνισμό των δύο πλευρών. Όμως η Αμερική, με την ιδεολογία της ελεύθερης αγοράς, δεν μπόρεσε ποτέ να αναπτύξει ένα οργανωμένο σύστημα παραγωγής και συντήρησης πολύ δυνατών παικτών. Έτσι, πέρα από την εξαίρεση του Bobby Fischer (δεξιά στη φωτογραφία, σε αγώνα με τον Σοβιετικό Boris Spassky), οι ΗΠΑ δεν είχαν ποτέ πραγματικές ελπίδες για την κατάκτηση του τίτλου.
Αυτή την περίοδο οι συσσώρευση γνώσεων για το παιχνίδι ήταν ραγδαία, καθώς ο αριθμός των παικτών αυξήθηκε σε τεράστιο βαθμό.
Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, το σκάκι κατείχε πολύ σημαντική θέση στις προτεραιότητες της Σοβιετικής Ένωσης και της Αμερικής. Η Σοβιετική Ένωση μέχρι και το 1972 δεν είχε χάσει ούτε έναν τίτλο. Από το 1972 έως και το 1975 το σερί αυτό διακόπηκε από τον Bobby Fischer, μία ιδιοφυΐα από το Μπρούκλιν, που κατάφερε να ανατρέψει την κατάσταση. Γεννήθηκε το 1943 και εγκατέλειψε το σχολείο στα 16 του μια και η σκακιστική του σταδιοδρομία ήταν για εκείνον πολύ πιο σημαντική από την ακαδημαϊκή. Το ταλέντο του είχε φανεί από πολύ νωρίς. Ήδη από την ηλικία των 14 ετών ήταν πρωταθλητής Αμερικής και στα 15 του έγινε ο νεότερος γκραντ μάστερ στην Ιστορία του αθλήματος. Είχε άρτια γνώση του φινάλε και είναι γνωστός για την εκπληκτική του ικανότητα να διαχειρίζεται την επίθεση αλλά και περίπλοκες θέσεις. Έδινε ιδιαίτερη έμφαση στη φυσική του κατάσταση, κάτι πρωτοποριακό για την εποχή του. Απέκτησε τον παγκόσμιο τίτλο κερδίζοντας τον Boris Spassky το 1972 στο Ρέικιαβικ εκπλήσσοντας όλο τον κόσμο, όχι επειδή ήταν αουτσάιντερ, αλλά επειδή είχε καταφέρει να κατατροπώσει τη σοβιετική μηχανή. Στην πατρίδα του έγινε ήρωας του Ψυχρού Πολέμου. Ιδιόρρυθμος και ιδιότροπος, ο Fischer, λόγω μιας διαφωνίας με τη Διεθνή Ομοσπονδία για τον τρόπο διεξαγωγής του τελικού για τον παγκόσμιο τίτλο το 1975 με τον Karpov, δεν εμφανίστηκε στον αγώνα και έτσι ο δεύτερος ανακηρύχθηκε άνευ αγώνος παγκόσμιος πρωταθλητής. Δεν γνωρίζουμε πολλά για τη μετέπειτα ζωή του. Για είκοσι χρόνια μετά το 1972 δεν έπαιξε σχεδόν καμία επίσημη παρτίδα. Πέθανε το 2008 στην Ισλανδία, της οποίας είχε γίνει μόνιμος κάτοικος.
Διάδοχος του Bobby Fischer ήταν ο Anatoly Karpov. Γεννημένος στη Σοβιετική Ένωση το 1951, ο Karpov έμαθε σκάκι στα 4 του. Παρ’ ότι έγινε δεκτός στη διάσημη για την εποχή σκακιστική Σχολή Botvinnik, ο ίδιος ο Botvinnik είχε αναφέρει για τον Karpov ότι «Το παιδί δεν έχει ιδέα από σκάκι και δεν έχει κανένα μέλλον σε αυτό το άθλημα». Η Ιστορία βέβαια άλλα έδειξε, αφού, κερδίζοντας τον παγκόσμιο τίτλο για 10 χρόνια (1975-1985), ο Karpov είναι γνωστός για τον αργό και στρατηγικό τρόπο παιχνιδιού στον οποίο ελάχιστοι μπορούσαν να αντισταθούν. Περίφημη είναι η αντιπαλότητά του με τον Garry Kasparov. Έπαιξαν τρεις σειρές αγώνων για τον παγκόσμιο τίτλο (1984, 1987 και 1990) και το μεταξύ τους σκορ ήταν 19 νίκες για τον Karpov έναντι 21 για τον Kasparov και 104 ισοπαλίες σε 144 παιχνίδια. Ο Karpov αποσύρθηκε από το αγωνιστικό σκάκι το 2005.
Φτάνουμε έτσι σε μία από τις πιο εμβληματικές μορφές στην Ιστορία του σκακιού: τον Garry Kasparov. Γεννήθηκε το 1963 στο Μπακού (τότε Σοβιετική Ένωση) και, παρ’ ότι ο πατέρας του πέθανε από λευχαιμία το 1970, ο Kasparov κατάφερε και έγινε δεκτός στη Σχολή Botvinnik σε ηλικία 10 ετών. Κατέκτησε τον τίτλο του παγκόσμιου πρωταθλητή το 1985 αλλά και την πρώτη θέση στην κατάταξη Elo (1986), την οποία, μέχρι το 2005 που αποσύρθηκε, κατείχε για τους 225 από τους 228 μήνες. Πρέπει να αναφέρουμε εδώ ότι από το 1993 μέχρι το 2006 δεν είναι ξεκάθαρο ποιος ήταν ο παγκόσμιος πρωταθλητής, μια και για τη Διεθνή Ομοσπονδία Σκακιού (Fédération Internationale des Échecs-FIDE) οι πρωταθλητές ήταν διαφορετικοί από εκείνους που ανακήρυσσε ο Επαγγελματικός Σύνδεσμος Σκακιού (Professional Chess Association-PCA). Ο δεύτερος δημιουργήθηκε από τον Kasparov και τον Nigel Short (Ηνωμένο Βασίλειο, 1965-), που διαμαρτύρονταν για τη διαφθορά στη FIDE στον τελικό του 1995. Στον PCA ο Kasparov έμεινε παγκόσμιος πρωταθλητής μέχρι το 2000, οπότε έχασε από τον Vladimir Kramnik (Ρωσία 1975-). Με την απόσυρση του Garry Kasparov έχουμε το τέλος μιας εποχής επικράτησης της Σοβιετικής Ένωσης στον χώρο του σκακιού και περνάμε σε μια άλλη, αυτή της παγκοσμιοποίησης.
Ταυτόχρονα με την πρόοδο στο πεδίο της Πληροφορικής, το σκάκι αρχίζει να αλλάζει υφή και χαρακτήρα. Γνωστές είναι οι σειρές αγώνων μεταξύ του Garry Kasparov και της Deep Blue (του υπερυπολογιστή της IBM) το 1996 και το 1997. Παρ’ ότι το 1996 ο Kasparov επικράτησε 4-2, το 1997 υπέκυψε, χάνοντας 3,5-2,5. Αν και έχει αποδειχθεί ότι ο Kasparov έκανε μεγάλα λάθη στους τελευταίους δύο γύρους, που έδωσαν τη δυνατότητα στην Deep Blue να ανατρέψει το αποτέλεσμα, αυτός ο αγώνας για πολλούς συμβόλιζε την ήττα του ανθρώπου από τη μηχανή. Ολοένα και περισσότερο, πλέον, ο υπολογιστής αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ζωής κάθε σκακιστή, ανεξαρτήτως επιπέδου. Είναι απαραίτητο εργαλείο για όλες τις φάσεις του παιχνιδιού, καθώς διαθέτει μεγάλες βάσεις δεδομένων για το άνοιγμα και το φινάλε, που του επιτρέπουν να αναγνωρίζει τις θέσεις· όσο για το μέσον της παρτίδας, η απλή, αλλά αποτελεσματική υπολογιστική δύναμη είναι σε θέση να καθοδηγήσει ακόμα και τους πιο δυνατούς σκακιστές. Παρ’ όλα αυτά, ύστερα από τόσα χρόνια, ακόμα σε κάποιες θέσεις, σπάνιες μεν, υπαρκτές δε, ο υπολογιστής δεν ανταποκρίνεται καλά. Μάλιστα, σε μια τέτοια θέση κέρδισε και ένα από τα παιχνίδια ο Kasparov. Το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι ο υπολογιστής δεν είναι ικανός να σκεφτεί στρατηγικά και σε μεγάλο βάθος κινήσεων, μια και έπειτα από έναν αριθμό κινήσεων τα σενάρια γίνονται πρακτικά άπειρα. Αντιθέτως, η πολύπλοκη ανθρώπινη σκέψη μπορεί σε αυτές τις (συνήθως) κλειστές, άκρως στρατηγικές θέσεις να θριαμβεύσει. Την περίοδο που γράφονται αυτές οι γραμμές, η πιο δυνατή σκακιστική μηχανή είναι το Sugar XPrO 1.2 με δυναμικότητα Elo 3415, ενώ ο το ρεκόρ για το υψηλότερο Elo το κατέχει ο Νορβηγός Magnus Carlsen, παγκόσμιος πρωταθλητής από το 2013, οπότε κέρδισε τον Ινδό Viswanathan Anand, και είναι 2882 (Μάιος 2014). Στα μέσα Δεκεμβρίου του 2017 ένα νέο είδος προγράμματος αναπτύχθηκε για το σκάκι, το AlphaGo, που λειτουργεί μέσω μη επιβλεπομένης μάθησης, και το οποίο μέχρι στιγμής έχει επιδόσεις που θεωρούνταν αδύνατες.
Κλείνοντας αυτή το αφιέρωμα, θα είχε ενδιαφέρον να δούμε την ιστορία του σκακιού μακροσκοπικά. Η προϊστορία του σκακιού και τα πρώτα στάδια διαμόρφωσης του παιχνιδιού χαρακτηρίζονται από την αναζήτηση και την εδραίωση των κανόνων. Ακολουθεί η πρώιμη ιστορία του σκακιού, στην οποία κυριαρχούν τα πρόσωπα. Στη διάρκεια αυτής της περιόδου διαμορφώνεται η φιγούρα του σκακιστή. Μετά έχουμε την εποχή των εθνών. Ο 19ος αιώνας, παράλληλα με τη δημιουργία των εθνικών κρατών και την ένταση των εθνικών ανταγωνισμών, φέρνει την έννοια της εθνικής εκπροσώπησης και τη δημιουργία του παγκόσμιου πρωταθλήματος. Ακολουθεί ο Ψυχρός Πόλεμος, στη διάρκεια του οποίου το σκάκι γίνεται μέρος της πολεμικής μηχανής των ΗΠΑ και της Σοβιετικής Ένωσης και επιστρατεύεται στην προσπάθεια της κάθε πλευράς να αποδείξει την πνευματική και πολιτιστική της ανωτερότητα – με τη Σοβιετική Ένωση να κερδίζει αναμφίβολα σε αυτό τον τομέα. Τέλος, κοιτώντας το μέλλον, έχουμε την εξέλιξη των υπολογιστών και την εμφάνιση ενός νέου τύπου σκακιστή, ο οποίος μέσα από ένα κράμα ανθρώπινης και υπολογιστικής εμπειρίας προσπαθεί πλέον να μιμηθεί τη μηχανή.
Μήπως ο πρώτος και ισχυρότερος εκπρόσωπος αυτού του νέου τύπου σκακιστή είναι ο σημερινός Παγκόσμιος Πρωταθλητής Μάγκνους Κάρλσεν; (Το ερώτημα από τον ΣΠΑ Αθηνά)

Δημήτρης Πατηνιώτης Σπυρόπουλος
Πηγή : www.avgi.gr